Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

"ΠΕΡΙ ΥΔΑΤΩΝ" (ΜΟΝΟΝ...) - ΤΟ ΥΔΡΟΛΟΓΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


ΤΟ ΥΔΡΟΛΟΓΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Με τον όρο Υδρολογικό πρόβλημα εννοείται αφ΄ενός μεν η διαφαινόμενη έλλειψη ικανών ποσοτήτων νερού, αφ΄ετέρου δε η συνεχής υποβάθμιση της ποιότητος του.

Η βασική πηγή παροχής νερού είναι τα υπόγεια αποθέματα, τα οποία ουσιαστικά τροφοδοτούν τις πηγές, τα ποτάμια, τις λίμνες και τις γεωτρήσεις. Η αναπλήρωση των υπογείων αποθεμάτων γίνεται μέσω των βροχοπτώσεων και των χιονοπτώσεων.

Το άσχημο είναι ότι οι μεν χιονοπτώσεις λιγοστεύουν στην χώρα χρόνο με τον χρόνο, όσο δε για τις βροχές, σύμφωνα με το πόρισμα της Διεθνούς Διακυβερνητικής Επιτροπής για την προστασία από την κλιματική αλλαγή, αυτές αποσύρονται βαθμηδόν προς τους πόλους, ενώ ερημοποιείται η εύκρατη ζώνη, στην οποία περιλαμβάνεται η Ελλάδα, η οποία θα υποστεί πρώτη τις συνέπειες αυτές.

Το γεγονός ότι είχαμε φέτος μια καλή σχετικά από άποψη βροχών χρονιά, μας δίνει ένα περιθώριο ασφαλείας δύο ή τριών ετών για να σχεδιάσομε με ηρεμία την αντιμετώπιση του προβλήματος όπως είμαστε υποχρεωμένοι και από την ΕΕ. Σημειωτέον ότι η Ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με το ζήτημα αυτό (2000/60 ΕΚ) ενσωματώθηκε στην Εθνική Νομοθεσία με τον Ν.1399/2003. Χονδρικά η Νομοθεσία αυτή επιβάλλει έναν πλήρη σχεδιασμό της διαχείρισης των υδατικών συστημάτων της χώρας.

Οι ενέργειες που πρέπει να κάνομε σαν χώρα είναι αυτονόητες και εστιάζονται προς δύο κατευθύνσεις: ΜΕΙΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΚΑΙ, ΑΥΞΗΣΗ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΩΝ.

Να σημειωθεί εδώ ότι έχει αρχίσει και αναπτύσσεται ένα εξαιρετικό επιστημονικό εργαλείο για την μελέτη του υδατικού δικτύου της χώρας το λεγόμενο σύστημα
Ο.Δ.Υ.Σ.Σ.Ε.Υ.Σ. (ακρωνύμιο του Ολοκληρωμένη Διαχείρηση Υδατικών Συστημάτων
Συζευγμένη με Εξελιγμένο Υπολογιστικό Σύστημα). Αυτό είναι είναι ένα πολύ εξελιγμένο πρόγραμμα για Η/Υ, το οποίο παρουσιάζει ON LINE την υδρολογική κατάσταση της χώρας, δηλαδή τις ροές των ποταμών, την στάθμη των λιμνών και των ταμιευτήρων, τις βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις, τις καταναλώσεις σε κάθε σημείο, έτσι ώστε να μπορεί να σχεδιαστεί με ακρίβεια η κάθε είδους απαραίτητη παρέμβαση στο υδατικό σύστημα. Βέβαια το σύστημα αυτό απαιτεί ένα εκτεταμένο δίκτυο αισθητήρων και μετρητών, που θα μετράει διάφορες παραμέτρους (ύψος βροχοπτώσεων στάθμες ταμιευτήρων, ροές ποταμών, καταναλώσεις κλπ.), αλλά μέρος του οποίου υφίσταται ήδη από την ΕΥΔΑΠ, ΔΕΗ, ΕΜΥ κλπ, είναι όμως αμφίβολη η ενοποίηση και η συμπλήρωση του.

Από άποψη βροχοπτώσεων η χώρα διαιρείται σε δύο τομείς που έχουν σαν σύνορο την οροσειρά της Πίνδου. Ανατολικά της Πίνδου είναι ο άνυδρος τομέας με μέσο ύψος βροχής περί τα 800 mm. και ο υγρός Δυτικός τομέας με μέσο ύψος περίπου 1.500 mm. Το πρόβλημα είναι ότι οι μεγάλες καταναλώσεις νερού βρίσκονται στον άνυδρο Ανατολικό τομέα π.χ. πολεοδομικό συγκρότημα Αττικής, Θεσσαλονίκης, και Θεσσαλικός κάμπος, με συνέπεια συνεχώς να παρίσταται η ανάγκη μεταφοράς νερού στον τομέα αυτόν από τον Δυτικό, (Εύηνος, Αχελώος, Μόρνος), με τεράστια απώλεια νερού κατά την μεταφορά του, και λόγω εξάτμισης, αλλά και λόγω διαρροών από τα τοιχώματα των αυλάκων μεταφοράς.

Μεγάλες απώλειες υπάρχουν επίσης και από τα υπόγεια πεπαλαιωμένα δίκτυα ύδρευσης των πόλεων αλλά και από τα επιφανειακά δίκτυα άρδευσης του Θεσσαλικού κυρίως κάμπου.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ για να γίνει κατανοητό το σχετικό μέγεθος των καταναλώσεων ότι, από το καταναλισκόμενο νερό το 87% περίπου καταναλώνεται στην Αγροτική παραγωγή ( ενώ ο μέσος όρος για τις αγροτικές χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου είναι της τάξης του 60%), ενώ το υπόλοιπο 13% διατίθεται στην Βιομηχανία και την αστική χρήση. Από αυτό το 87% που δαπανάται για την γεωργία, ένα μεγάλο ποσοστό σπαταλάται άσκοπα λόγω των αρτηριοσκληρωτικών νοοτροπιών ορισμένων αγροτών και, των ξεπερασμένων μεθόδων άρδευσης (όλοι έχομε δεί τα κανονάκια να εκτοξεύουν νερό κατά τις θερμότερες ώρες της μέρας αντί για τις ψυχρότερες νυκτερινές, με αποτέλεσμα πάνω από την μισή ποσότητα του εκτοξευόμενου νερού να εξατμίζεται, ενώ συγχρόνως εμπλουτίζεται με άλατα το χωράφι και βαθμιαία να υποβαθμίζεται ως καλλιεργούμενη έκταση).

Η υιοθέτηση υδροβόρων καλλιεργειών όπως το βαμβάκι που παράγεται κυρίως για να εισπράττονται οι επιδοτήσεις, ή το καλαμπόκι, έχουν συνεισφέρει τα μέγιστα στην αύξηση της κατανάλωσης νερού, ενώ οι ανεξέλεγκτες, αλόγιστες και εν πολλοίς παράνομες γεωτρήσεις, έχουν προκαλέσει τέτοια καταστροφή των υπόγειων υδροφορέων, ώστε σήμερα ο Θεσσαλικός κάμπος να θεωρείται υδρολογικά νεκρός. Το ίδιο συμβαίνει και με τις παράκτιες καλλιεργούμενες εκτάσεις, όπου λόγω των γεωτρήσεων, ο υδροφόρος ορίζων έχει κατέβει κάτω από το επίπεδο της θάλασσας, με αποτέλεσμα να εισέρχεται θαλασσινό νερό στον υδροφόρο ορίζοντα και να γίνεται υφαλμύρωση των υδάτων, με ότι σημαίνει αυτό για τις καλλιέργειες, ενώ συγχρόνως η χώρα επιβαρύνεται με αυξημένη κατανάλωση ενέργειας λόγω του ότι, οι πομόνες αντλούν νερό από μεγαλύτερα βάθη.

Στην Μακεδονία και Θράκη, η κατάσταση είναι καλύτερη λόγω της ύπαρξης των επτά μεγάλων ποταμών ( Αλιάκμων, Λουδίας, Γαλικός, Αξιός, Νέστος, Στρυμών και Εβρος), αλλά και πάλι οι περισσότεροι από αυτούς είναι διασυνοριακοί ποταμοί, πράγμα που σημαίνει ότι και οι ποσότητες αλλά και η ποιότητα του νερού που φέρνουν στην χώρα μας, εξαρτώνται από τις χώρες από τις οποίες πηγάζουν. π.χ. δαπανήσαμε μεγάλα ποσά για την αποχέτευση της Θεσσαλονίκης, αλλά η ποιότητα των υδάτων του Θερμαϊκού εξαρτάται από το κατά πόσον οι Σκοπιανοί ρυπαίνουν ή όχι τον Αξιό.

Συνεπώς για την μείωση της κατανάλωσης τα μέτρα πού πρέπει να ληφθούν είναι σχεδόν προφανή:
α. Μηδενισμός της σπατάλης νερού τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο φορέων.
β. Μείωση έως μηδενισμό των διαρροών τόσο από τα επιφανειακά δίκτυα μεταφοράς & διανομής ( στεγανοποίηση οχετών μεταφοράς και αρδευτικών αυλάκων)
και στα υπόγεια δίκτυα της ΕΥΔΑΠ, αλλά και στους ταμιευτήρες της. π.χ. Στην Υλίκη έχομε τεράστιες διαρροές νερού προς την θάλασσα, λόγω των καρστικών συστημάτων που υπάρχουν στον πυθμένα της.
γ. Επέκταση της χρήσης ανακυκλωμένου νερού από βιολογικούς καθαρισμούς,
κυρίως για πότισμα.
δ. Αλλαγή των υδροχαρών καλλιεργειών με άλλες (π.χ. στον Θεσσαλικό κάμπο παλαιότερα εκαλλιεργούντο σκληρά στάρια που δεν απαιτούν τόσο νερό, αντί των μετέπειτα καλλιεργούμενων υδροβόρων βάμβακος και καλαμποκιού).
ε. Αλλαγή των μεθόδων ποτίσματος στις μεγάλες καλλιεργούμενες εκτάσεις, με σύγχρονες π.χ. πότισμα σταγόνα – σταγόνα, αλλαγή ώρας ποτίσματος, κλπ.

Όσα μέτρα όμως και να πάρομε για να μειωθεί η κατανάλωση του νερού, δεν επαρκούν για την διασφάλιση της επάρκειάς του, εάν δεν εμπλουτίσομε τα υδατικά αποθέματα, επιφανειακά και υπόγεια.
Ως προς τα επιφανειακά αποθέματα, η δημιουργία ταμιευτήρων εξαρτάται από την γεωλογική διαμόρφωση των περιοχών, αλλά και τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες. Μπορεί όμως να προωθηθεί η κατασκευή υδατοδεξαμενών συλλογής βρόχινου νερού, για πότισμα και καθαριότητα σε μεσαίους καταναλωτές (βιομηχανίες, σχολεία, Δήμοι & κοινότητες, κλπ). Να σημειωθεί ότι στην Γερμανία επιδοτείται η κατασκευή τέτοιων υδατοδεξαμενών.

Ο βασικός στόχος όμως η επίτευξη του οποίου θα δώσει μόνιμη λύση είναι ο εμπλουτισμός των υπόγειων αποθεμάτων
Εδώ πρέπει να σημειώσομε μερικά βασικά σημεία για να γίνει κατανοητό πως γίνεται ο εμπλουτισμός των υπόγειων υδροφορέων.
Η γεωλογική σύσταση του Ελληνικού εδάφους είναι κυρίως ασβεστολιθική και δευτερευόντως ηφαιστιογενής ( βασαλτικά πετρώματα). Στα ασβεστολιθικά πετρώματα δημιουργούνται, λόγω της βαθμιαίας αποσάθρωσης του ασβεστό-λιθου,τα λεγόμενα “καρστικά συστήματα” τα οποία χονδρικά είναι ένα σύνολο που αποτελείται από ρωγμές και σχισμές του εδάφους, υπόγειους οχετούς και ποταμούς, υπόγειες σπηλιές και λίμνες, και όλο αυτό το σύνολο συλλέγει, συγκεντρώνει και οδηγεί διαδοχικά τα επιφανειακά νερά από βροχές και χιόνια στο εσωτερικό της γης, μέχρις ότου οδηγηθούν σε ένα αδιαπέραστο πέτρωμα το οποίο αποτελεί και την τελική υδρολογική λεκάνη στην οποία αποθηκεύεται πλέον το νερό ως υπόγειο απόθεμα (υπόγειος υδροφορέας).

Στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετά τέτοια συστήματα στην Κεντρική και Ανατολική Πελοπόνησσο, στην Στερεά Ελλάδα και Ηπειρο, στην Δυτική Μακεδονία, αλλά και στη Κρήτη, Ανατολικές Κυκλάδες, νήσους Ανατολικού Αιγαίου, ακόμα και σε ορισμένα νησιά της Δωδεκανήσου. Μέσω των συστημάτων αυτών γίνεται ο εμπλουτισμός των υπογείων υδροφορέων. Αλλά το σημαντικότερο σημείο είναι το εξής: Όταν η βροχή πέφτει σε μια δασώδη έκταση, ποσοστό άνω του 40% απορροφάται από το έδαφος και βαθμιαία καταλήγει στους υπόγειους υδροφορείς, αντίθετα το ποσοστό αυτό πέφτει κάτω από το μισό αν η έκταση δεν είναι δασώδης. Αυτό ισχύει για ασβεστολιθικά εδάφη αλλά και για τα βασαλτικά ή άλλα ηφαιστιογενή, η αναλογία είναι η ίδια μεταξύ δασωμένων ή μη εκτάσεων.

Το συμπέρασμα αναδύεται μεγαλοπρεπώς πλέον μπροστά στα μάτια μας. Μόνον η αύξηση της δασοκάλυψης μπορεί να εξασφαλίσει τον μόνιμο, και ικανοποιητικό εμπλουτισμό των υπογείων αποθεμάτων νερού.

Στο πρόβλημα της διαφαινόμενης έλλειψης νερού, προστίθεται και η συνεχιζόμε-νη ρύπανση τόσο των επιφανειακών όσο και των υπογείων υδάτων. Τέσσαρες είναι οι μεγάλοι ρυπαντές: α. Βιομηχανία ( κλασσική περίπτωση ο Ασωπός, η υδρολογική λεκάνη του οποίου φθάνει μέχρι και το Θριάσιο πεδίο, και η περιοχή του Κορωπίου, τα υπόγεια νερά του οποίου ρυπαίνονται επίσης με εξασθενές Χρώμιο από τις δραστηριότητες του αεροδρομίου). β. Γεωργοκτηνοτροφία
ανεξέλεγκτη χρήση καρκινογόνων φυτοφαρμάκων ( περίπτωση της ύδρευσης Χαλάστρας Θεσσαλονίκης όπου βρέθηκε Αρσενικό στο νερό), ευτροφισμός επιφανειακών υδάτων από υπερβολική χρήση λιπασμάτων, μόλυνση από υπο-προϊόντα ζωοτροφικών μονάδων και σφαγείων, καθώς και από υποπροϊόντα μονάδων επεξεργασίας οπωροκηπευτικών. γ. Νομαρχίες & ΟΤΑ με την παράνομη λειτουργία διαφόρων ΧΥΤΑ, ΧΑΔΑ, κλπ. όπου όλα τα υγρά από τα απορρίμματα αποστραγγίζονται και καταλήγουν στον υδροφόρο ορίζοντα, και
δ. Εισαγόμενη ρύπανση από γειτονικές χώρες και στα επιφανειακά νερά (διασυνοριακά ποτάμια και λίμνες) και στα υπόγεια, δεδομένου ότι οι υπόγειοι υδροφορείς εκτείνονται ανεξάρτητα από εθνικά σύνορα.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η μόνη θεραπεία είναι η αυστηρή τήρηση της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας για το περιβάλλον , και η εφαρμογή των μεθόδων της βαθμιαίας απορρύπανσης, που έχουν αναπτυχθεί και συνεχίζουν να εξελίσσονται σε Ευρώπη και Βόρειο Αμερική.


Θεοδωρος Παπασταθακοπουλος-Μηχανολόγος Μηχανικός ΕΜΠ

Υποψηφιος ΑΣΕΜ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου